..................................* Διαδικτυακές σελίδες για τα σύγχρονα κοινωνικοπολιτικά ζητήματα... *

~~

......................................................."Η συμφιλίωση των πολιτισμών περνά μέσα από την οικουμενικότητα της Παιδείας"

Το «Βήμα του Πολίτη»

Τρίτη, 18 Απριλίου 2017

Η γυναίκα στα δημοτικά μας τραγούδια

Νικόλαος Γύζης (1842-1901) – Μάνα με παιδί.

Η γυναίκα στα δημοτικά μας τραγούδια
Κείμενο: Τάκης Σταματόπουλος

Είναι γενική πεποίθηση, ότι τα δημοτικά τραγούδια κατέχουν ξεχωριστή θέση στη νεοελληνική ποίησή μας. Η αυθόρμητη και πηγαία τους έμπνευση, η δωρική τους απλότητα, η αφέλεια, η ζωηρότητα των εικόνων, η φυσικότητα και η ζωντάνια των προσώπων, η διαφάνεια και η καθαρότητα των σκέψεων με την αδρή τους γλώσσα, τα καθιστούν όχι μόνο ευχάριστα κι αξιαγάπητα, αλλά κι από τα ωραιότερα δημοτικά τραγούδια.
Βέβαια, δεν εννοούμε, ότι όλα τα δημοτικά μας τραγούδια, που είναι χιλιάδες, είναι όλα χωρίς εξαίρεση ωραία, όμως τα πραγματικά ωραία, είναι πάρα πολλά και τα τοποθετούν στην πρώτη σειρά των δημοτικών τραγουδιών. Και είναι χαρακτηριστικό, πως ο μεγάλος ποιητής της Γερμανίας, ο Γκαίτε, θαυμαστής και μεταφραστής δημοτικών μας τραγουδιών, επιθυμούσε ν’ αξιωθεί να γράψει αντάξιους στίχους με τη διάφανη ωραιότητα και την απλή μεγαλοπρέπεια του γνωστού δημοτικού μας τραγουδιού:
«Καλότυχα είναι τα βουνά, ποτέ τους δεν γερνάνε, που χάρο δεν ακαρτερούν, φονιά δεν περιμένουν. Μόν’ περιμένουν άνοιξη, τόμορφο καλοκαίρι, να πρασινίζουν τα βουνά, να λουλουδούν οι κάμποι.»
[ακούγεται εδώ: https://www.youtube.com/watch?v=iEh0v6UUjPc]
Ιδιαίτερα για μας τους Έλληνες, τα δημοτικά τραγούδια, έχουν και γι’ άλλο λόγο μεγαλύτερη σημασία και αξία, εξόν από την καθαρά αισθητική τους. Ότι, δηλαδή, μας χρησιμεύουν σα μοναδική σχεδόν πηγή για να λάβουμε μιαν ιδέα, για τη ζωή του ελληνικού λαού, σε όλες τις πλευρές και τις εκδηλώσεις του κατά τους δύσκολους χρόνους της δουλείας του. Σε μιαν εποχή, που δεν είναι αρκετές οι ιστορικές πήγες, όσο κι αν οι ξένοι περιηγητές μας δίνουν μερικά στοιχεία, όμως η ιστορική έρευνα δεν κατόρθωσεν ακόμα και ίσως θα περάσει καιρός, όσο να έρθουν στο φως τα τουρκικά κι άλλα αρχεία, που θ’ αποκαλύψουν τον πέπλο που σκεπάζει τη μακρινή και δύσκολη αυτή περίοδο του ελληνισμού.
Οπωσδήποτε όμως, τα δημοτικά τραγούδια, μας δίνουν τουλάχιστο ανάγλυφες τις αντιλήψεις του ελληνικού λαού για τη ζωή, για το θάνατο, τις χάρες και τις λύπες, τους πόθους και τους καημούς του, τις συνήθειες του και τις πολύχρονες προσπάθειές του ν’ ανακτήσει τη λευτεριά του.
Ανάμεσα λοιπόν στον ανεκτίμητον αυτό θησαυρό των δημοτικών μας τραγουδιών, θ’ αναζητήσουμε και τη φυσιογνωμία της γυναίκας της Ελληνίδας γυναίκας, στις τέσσερις μορφές της, δηλαδή της μάνας, της παντρεμένης, της αδερφής και της φίλης.
Η μάνα, σε κανενός άλλου έθνους, σχεδόν δεν έχει την εξαιρετική θέση, που της δίνει το ελληνικό δημοτικό τραγούδι, που την έχει ανεβάσει στο υψηλότερο ηθικό βάθρο, που μπορεί να στηθεί μέσα στην οικογένεια και την κοινωνία.
Ο δημοτικός τραγουδιστής, βλέπει παντού τη μάνα, τη στοργή της τον ίσκιο της, τη γνώμη, τη φροντίδα της, την αγωνία της, και τα στολίζει με τα όμορφα λουλούδια του στίχου του. Στον πόλεμο, στην ξενιτιά, στον έρωτα, στο γάμο, στο θάνατο, σε κάθε μεγάλη και σοβαρή περίσταση, που αξίζει να τραγουδηθεί, η μορφή της μάνας κυριαρχεί. Και ο λαϊκός ποιητής, δε χάνει ποτά τη μάνα του, από τα μάτια της ψυχής του.
Άπειρα είναι τα δημοτικά τραγούδια που έχουν θέμα τους τη μάνα κι εκφράζουν την αιώνια αλήθεια, ότι η μητρική στοργή, ο μητρικός πόνος, είναι το βαθύτερο και σταθερότερο, το πιο καθολικό και αμετάβλητο αίσθημα του ανθρώπου. Και ο τραχύς πολεμιστής ημερεύει και γλυκαίνει τη φωνή του μ’ άφθαστη τρυφερότητα στη θύμηση της μάνας του και γλυκορωτάει τα δέντρα του δάσους:
«Ακούω τα δέντρα και βογγάνε και τις οξυές και τρίζουν
κάθισα και τα ρώτησα γλυκά σαν την μανούλα,
τι έχετε οξυές που χλίβεστε, λημέρια που βογγάτε;»
Στους πολεμικούς θριάμβους του, θυμάται περήφανα τη μάνα του:
«Νάσουνα πετροπέρδικα στα πλάγια του πετρίλου
Ν’ αγνάντευες το γιόκα σου μπροστά στα παλληκάρια.»
Στο θάνατο, δεν έχει άλλη σκέψη παρά τη μάνα του:
«Πούσαι μανούλα πρόφτασε, πιάσε μου το κεφάλι.»
Και για ένα μονάχα φροντίζει: πεθαίνοντας να μην την πικράνει:
«Να μη το μάθει η μάνα του κι απ’ τον καημό πεθάνει …»
Μαζί με τη μάνα του, συλλογίζεται και την αδερφή του:
«Ντουφέκια να μη ρίξετε, τραγούδια να μην πείτε και σας ακούσει η μάνα μου κι η δόλια η αδερφή μου. Μην πείτε πως σκοτώθηκα, να μην κακοκαρδίσουν.»
Η μάνα παρακολουθεί τους κλέφτες στον κίνδυνο, τους βοηθάει και τους παρηγορεί:
«Τον Κίτσο τον επιάσανε και πάν’ να τον κρεμάσουν. Κι όλο ξοπίσω πήγαινε η δόλια του η μανούλα.»
Γίνεται και η ίδια ηρωίδα, κατά τους δύσκολους χρόνους της σκλαβιάς, όπως η περίφημη Δέσπω, η Λένα του Μπότσαρη, η Κοντογιάνναινα και άλλες.
Στον έρωτα και στο γάμο, κυριαρχεί η παρουσία της μάνας, η γνώμη της βαραίνει ή μάλλον αυτή ρυθμίζει, κυριολεκτικά τις μεγάλες υποθέσεις της οικογενειακής ζωης:
«Πάω να το πω της μάνας μου κι ότι μου πει θα κάνω», απαντάει η φρόνιμη κόρη, όταν τη ζητάν σε γάμο.
Άλλη όμως πιο ντροπαλή, εκφράζεται με χαριτωμένο τρόπο την ερωτική ανησυχία που την βασανίζει:
«Μάνα στη μέση δε χωρώ, στην άκρη δεν κοιμούμαι,
Στρώσε μου έξω στην αυλή, ή έξω στο περβόλι·
να πέφτουν τ’ άνθη απάνω μου, τα μήλα στην ποδιά μου», κλπ.
Μα και ο ερωτευμένος ακόμα, ο ήρωας Ακρίτας Κωνσταντής, στη μάνα του καταφεύγει:
«Κινάει και πάει στο σπίτι του σα μήλο μαραμένος. Μάνα κάρδια, μάνα ψυχή, μάνα και το κεφάλι.»
Εκεί όμως, όπου ακόμα ξεκάθαρα φαίνεται, η μεγάλη της θέση μέσα στην οικογένεια, είναι στο περίφημο για τη δραματική ωραιότητά του ακριτικό τραγούδι:
«Μάνα με τους εννιά σου γιους και με τη μια σου κόρη, κλπ. ‘
Στο θάνατο, η μάνα δίνει τον τραγικότερο τόνο. Η παρουσία της μαλακώνει τον πόνο και η απουσία της κάνει πιο πικρό το θάνατο:
«Αν δεν φουσκώσει η θάλασσα, ο βράχος δεν αφρίζει
κι αν δεν σε κλάψει η μάνα σου, ο κόσμος δεν δακρύζει.»
Γι’ αυτό και ο σπαραχτικότερος θρήνος είναι, όταν:
«Κλαίνε οι μάνες για παιδιά και τα παιδιά για μάνες.»
Τα «μοιρολόγια» μάλιστα για χαμένα προσφιλή πρόσωπα (δημιουργήματα γυναικών), είναι από τα ωραιότερα. «Τα μοιρολόγια γράφει ο Σπ. Ζαμπέλιος των γυναικών μας, θαυμαστά ελεγειογραφώς αριστουργήματα, αυτόφυτα της ελληνικής ευαισθησίας προϊόντα, κινούσι τον θαυμασμόν των ποιητών και εφελκύουσι των γραμματολόγων την προσοχήν, όσον ουδέν άλλο, έστω και το εντεχνότερον, των λοιπών εξευγενισμένων και τετορνευμένων ημών στιχουργημάτων.»
Η απαρηγόρητη μάνα, δεν μπορεί να το πιστέψει, δεν το χωράει ο νους της, ότι έχασε τον αγαπημένο γιό της, παρακαλεί να ξαναγυρίσει και υπόσχεται όλα τα καλά του κόσμου:
«Λελούδια νάχω στην αυλή, τριαντάφυλλα στρωμένα.»
Και στην απόγνωσή της, παρακαλεί για ύστατη φορά:
«Σαν αποφάσισες να πας, να μην ξαναγυρίσεις άνοιξε τα ματάκια σου να μ’ αποχαιρετήσεις να μας αφήσεις το ‘χε γεια και το μεγάλο πόνο.»
Μα και ο ζωντανός ακόμα χωρισμός για τον ξενιτεμό, καθώς λέει και ο λαϊκός στίχος:
«Χωρίζει η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα.»
δεν είναι λιγότερο σπαραχτικός κι από το θάνατο. Και πάλιν η μορφή της μάνας κυριαρχεί και ο ξενιτεμένος τη μάνα του κυρίως αποχαιρετάει:
«Σ’ αφήνω γεια μανούλα μου, σ’ αφήνω γεια πατέρα, θα φύγω μάνα και θάρθω και μην πολυλυπιέσαι.»
Η επιβολή της μάνας μέσα στο σπίτι γίνεται απόλυτη προπάντων μετά το θάνατο του άντρα. Αναπληρώνει σε όλα τον πεθαμένο άντρα της, αντροποιείται τέλεια και δεν διευθύνει απλά το σπίτι, δεν έχει μονάχα τη βαρύτερη γνώμη, αλλ’ αναλαβαίνει και υποχρεώσεις και καθήκοντα, που νομίζονται ανώτερα στη γυναικεία φύση.
Γίνεται ηρωίδα, όταν οι περιστάσεις το καλούν. Δεν δειλιάζει μπροστά σε τίποτα. Ζει, κινείται, αναπνέει, μ’ ένα μόνο σκοπό, να εκπληρώσει κάποιο υψηλό χρέος. Μια τέτοια ηρωίδα, τραγική βέβαια, γεμάτη όμως ηρωικό μεγαλείο, που μας θυμίζει περίφημες δραματικές ηρωίδες της αρχαιότητας, την Ηλέκτρα και την Αντιγόνη, που τα θυσιάζουν όλα πρόθυμα και προπάντων τη δική τους ευτυχία σ’ ένα ανώτερο ηθικό όσο κι αν είναι αιματοβαμμένο καθήκον είναι και μία Μανιάτισσα.
Είχαν δολοφονήσει τον άντρα της, πριν από δεκαοχτώ χρόνια. Σε όλο αυτό το διάστημα, ζει ντροπιασμένη, αποκομμένη από τον κόσμο και ανατρέφει τα παιδιά της να μεγαλώσουν με μοναδική σκέψη και φροντίδα, να εκδικηθούν το σκοτωμένο τους πατέρα:
«Να μεγαλώσεις, ν’ αξιωθείς και το σαρμά να ζαλωθείς. Να κυνηγήσεις το φονιά απο γκρεμνά κι από βουνά. Το δίκιο μας να γδικιωθεί το αίμα του πατέρα σου. Όπου τον εσκοτώσασι άδικα και παράλογα κι είχενα πάντα την ντροπή και δεν συναναστρεφόμουν μ’ ανθρώπους να με βλέπουσι.»
Ήτανε λοιπόν Λαμπρή, γυρίζει από την εκκλησία, στρώνει στα παιδιά της να φάνε και βάνει ένα πιάτο παραπάνω στο τραπέζι. Τα παιδιά της περίεργα τη ρωτάν για ποιον είναι το περίσσιο πιάτο. Κι αυτή τους απαντάει, ότι είναι του πατέρα τους:
«Που μένει ακόμη αγδίκιωτος γιατ’ ήσασταν εσείς μικρά.»
Όμως τώρα που μεγάλωσαν, τα προστάζει να εκδικηθούν το σκοτωμένο πατέρα τους:
«…αλλιώς και δεν το κάμετε, χαΐρι [σ.σ. προκοπή] να μην έχετε. Η μαύρην η κατάρα μου, να σας ακολούθαει παντού.»
Τα παιδιά, δακρυσμένα, την καθησυχάζουν:
«Έλα μάνα κάτσε κοντά να φάεις από το ψητό τ’ αρνί και να μας δώσεις την ευχή, από καρδιά κι από ψυχή και μεις θε να το πάρουμε το αίμα του πατέρα μας.»
Πραγματικά, δεν άργησε η τιμωρία. Τα παιδιά εκδικιούνται τον πατέρα τους σκοτώνοντας τον εχθρό και γεμάτα χαρά γυρίζουν στη μάνα τους και της αναγγέλνουν:
«Μάνα τα συχαρίκια μας το πήραμε το δίκιο μας.» Κι η μάνα τους τ’ αγκάλιασε και σταυρωτά τα φίλησε:
«Τώρα είμαι μάνα με παιδιά και δεν είμαι πεντάρφανη.»
Η παντρεμένη: Η μορφή της γυναίκας μάνας, κυριαρχεί σε μεγάλο αριθμό δημοτικών τραγουδιών. Δεν μπορούμε να ειπούμε όμως το ίδιο και για τη γυναίκα σύζυγο. Το αντίθετο μάλιστα, η θέση της είναι πολύ μειονεκτική και κυριαρχεί απόλυτα η μορφή του άντρα. Όπως περιορισμένη πολύ και ασήμαντη ήταν η θέση της γυναίκας στην αρχαία και βυζαντινή Ελλάδα, έτσι και στην Τουρκοκρατία, η παντρεμένη γυναίκα στέκει παράμερα στη ζωή.
Η παντρεμένη, δεν στάθηκε ποτέ ισότιμη σύντροφος του άντρα της, αλλά ένα πλάσμα χωρίς προσωπικότητα, χωρίς ιδιαίτερη δράση, που θα την ανύψωνε και θα την έκανε ν’ αποβεί η ίδια μια δύναμη.
Οι ανατολικές αντιλήψεις, που είχαν μεταδοθεί, μεγάλωσαν τους περιορισμούς, την εκμηδένισαν, την απομάκρυναν από κάθε κοινή προσπάθεια, από κάθε συνεργασία με τον άντρα, την εμπόδισαν να είναι σύντροφός του και την είχαν καταντήσει ένα απλό όργανο ηδονής και τεκνοποίησης. Ο άντρας, είναι «ο αφέντης», ο απόλυτος κύριος, που σ’ αυτόν υποδουλώνεται, αφοσιώνεται, εκμηδενίζεται, υποτάσσεται ψυχικά και σωματικά ολότελα:
«Πάρε μ’ αφέντη μ’ πάρε με, πάρε κι εμέ κοντά σου, να μαγειρεύω να δειπνάς, να στρώνω να κοιμάσαι. Να γίνω γης να με πατείς, γιοφύρι να διαβαίνεις, να γίνω κι ασημόκουπα να πίνεις το κρασί σου. Εσύ να πίνεις το κρασί κι εγώ να λάμπω μέσα.»
Ύψιστο ηθικό καθήκον είναι η πίστη, η διαφύλαξη της συζυγικής τιμής και η ενάρετη αναμονή του γυρισμού του ξενιτεμένου άντρα, όσα χρόνια κι αν περάσουν:
«Γιατί δακρύζεις λυγερή και βαρυαναστενάζεις; Μήνα πείνας, μήνα δiψάς, μην έχεις κακή μάνα; Μήτε πεινώ, μήτε διψω, μήτ’ έχω κακή μάνα. Ξένε μου κι αν εδάκρυσα κι αν βαρυαναστενάζω, τον άντρα ‘χω στην ξενιτιά και λείπει δέκα χρόνους. Κι ακόμα δυο τον καρτερώ και τρεις τον παντυχαίνω. Κι αν δεν ερθεί, κι αν δεν φανεί, καλόγρια θα γένω, θα πάγω σ’ έρημα βουνά, να στήσω μοναστήρι και στο κελί θα σφαλιστώ στα μαύρα θελά βάψω.»
Η αφοσίωση, λοιπόν, η υποταγή της είναι ολική. Όχι μόνο δεν υπάρχει καμία ισοτιμία, αλλά και μερικές φορές (όταν έρχονται δύσκολοι χρόνοι κι αρχίζουν τα χρέη και η φτώχεια), η παντρεμένη γυναίκα μεταβάλλεται σε απλό RES (πράγμα), που υπόκειται σε μεταπώληση, όπως και τα ζώα:
«Έχει ο Κοντοθόδωρος, μιαν όμορφη γυναίκα· τόνε ζηλεύει η γειτονία, τόνε ζηλεύει η χώρα, τόνε ζηλεύουν οι άρχοντες κι ούλα τα παλληκάρια, Σαν τον ζηλεύει ο βασιλιάς, κάνεις δεν τον ζηλεύει. Να του την πάρουν δεν μπορούν, να του την κλέψουν όχι. Πιάνουν και χαρατσώνουν τον, ένα βαρύ χαράτσι.»
Και ο καημένος ο Κοντοθόδωρος, αφού πούληοε όλα τα υπάρχοντα του, για να ξεπληρωθεί τα χρέη και δεν το κατόρθωσε, αποφάσισε χωρίς μεγάλη δυσκολία να πουλήσει και τη … γυναίκα του:
«Μόν’ η καλή τ’ απόμεινε και πάει να την πουλήσει.»
Και με πολλή πραγματική λεπτότητα:
«Από το χέρι την κρατεί, περιγιαλού την πάγει.»
Κι αρχίζει τότε το παζάρεμα:
«Ποιος παίρνει κόρην όμορφη, ξανθή και μαυρομάτα; Χίλια φλωριά τα χείλη της, τα μάτια δυο χιλιάδες κι ο γύρος του προσώπου της, αμέτρητο λογάρι…»
Η συμβίωση λοιπόν και η τύχη της παντρεμένης γυναίκας, εξαρτιόταν κατα πρώτο και κύριο λόγο, από τις ιδιορρυθμίες, τις ικανότητες, τις βιοτικές ανάγκες και τον χαρακτήρα του άντρα τους, αλλά επίσης και από την ιδιομορφία της ίδιας της γυναίκας.
Βέβαια ο θεσμός του γάμου τότε, ήταν πολύ καταθλιπτικός για τις γυναίκες και η πλειοψηφία τους συμβιβαζόταν τελικά. Δεν έλειπαν όμως και οι εξαιρέσεις. Δεν ήσαν όλες βολικές, υποτακτικές κι αφοσιωμένες στο μοναδικό κυρίαρχο τον άντρα «αφέντη». Υπήρχαν και δυναμικές αντρογυναίκες και άλλες λίγο ή πολύ ασυμβίβαστες, ανυποχώρητες και άλλες αδιάφορες, ακόμα και άπιστες.
Όταν μάλιστα τύχαινε ο άντρας να υστερεί διανοητικά ή και να είναι ασθενικός στο σώμα και στη θέληση και η γυναίκα με περισσότερη εξυπνάδα και έμφυτες ανησυχίες κι επιθυμίες για χαρούμενη ζωή, οι όροι αντιστρέφονται και ακολουθεί η αδιαφορία της γυναίκας, η ανυπακοή και λοιπά επακόλουθα.
Ίσως παραπλήσιο παράδειγμα να είναι η κυρά Μαριόρα, από τα Δημοτικά τραγούδια της Θράκης:
Μώρ’ Κυρα Μαριώρα, πείνασ’ ο άντρας σου.
Σαν επείνασε και τι», ο χορός καλά κρατεί.
Το ψωμί ‘ναι μέστ’ αμπάρι, ας ανοίξει να το πάρει.
Το νερό ‘ναι στο σταμνί κι ας σηκωθεί να το πιει.
Μωρ’ Κυρά Μαριώρα, αρρώστησ’ ο άντρας σου.
Σαν αρρώστησε και τι, ο χορός καλά κρατεί.
Αγιασμός μέσ’ το καυκί, ας τον πιει να γιατρευτεί.
Μωρ’ Κυρά Μαριώρα, πέθαν’ ο άντρας σου.
Σαν επέθανε και τι κι ο χορός καλά κρατεί.
Οι γυναίκες ας τον κλάψουν κι οι παπάδες ας τον θάψουν.
Το λιβάνι στο χαρτί κι η λαμπάδα στο καρφί.
Άλλη, που ατύχησε φαίνεται στο γάμο της, κατηγορεί τη μάνα της κι εκφράζει τα παράπονά της, σα να θέλει να ξαναγυρίσει στην ορεινή της περιοχή:
«Μάνα με κακοπάντρεψες και μ’ έστειλες στους κάμπους κι εγώ στους κάμπους δε βαστώ, ζεστό νερό δεν πίνω. Θα μαραθούν τα χείλια μου, θα κιτρινοφυλλιάσουν.»
[…]
Πηγή: Τάκης Αργ. Σταματόπουλος, Χρονικά και μελέτες, Η γυναίκα στα δημοτικά μας τραγούδια (απόσπασμα), εκδόσεις Κάλβος, Αθήνα 1977.

___________________
από