...................................................* ειδήσεις * άρθρα * σχόλια για την καθημερινότητα μας *

Το «Βήμα του Πολίτη»

Δευτέρα, 29 Ιουνίου 2009

Ζητούνται δικαστές...



του Γιώργου Σωτηρέλη*


Σε λίγες μέρες η κυβέρνηση θα κληθεί να εκτελέσει ένα σημαντικότατο συνταγματικό της καθήκον: την επιλογή της ηγεσίας των Ανωτάτων Δικαστηρίων της χώρας. Το καθήκον αυτό, για κακή μας τύχη, παρέμεινε στην αρμοδιότητά της και μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001.


Διότι βέβαια ο τρόπος με τον οποίο το άσκησε έως τώρα δεν αφήνει πλέον καμία αμφιβολία. Οσο πιο γρήγορα αποκοπεί ο ομφάλιος λώρος μεταξύ εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας τόσο πιο γρήγορα θα εξαλειφθεί η βασικότερη πηγή της σημερινής κακοδαιμονίας της Δικαιοσύνης: η οσφυοκαμψία της ηγεσίας της απέναντι σε αυτούς που την επέλεξαν. Αυτό πάντως δεν σημαίνει ότι ο συγκεκριμένος τρόπος εκλογής συνεπάγεται αναπόδραστα μια τέτοια στάση, όπως αποδεικνύουν τα φωτεινά παραδείγματα μελών της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, που είχαν επιλεγεί- με διαφορετικά προφανώς κριτήρια- προ του 2004. Από τη στιγμή, όμως, που ο τρόπος αυτός εκλογής αφήνει, εκ του αποτελέσματος, περιθώρια για την ανάδειξη μεροληπτικών ηγεσιών, είναι προφανές ότι πρέπει να αλλάξει. Δυστυχώς η κυβέρνηση μπλοκάρισε τη δυνατότητα συνταγματικής αναθεώρησης για τα επόμενα πέντε χρόνια, αφού φρόντισε να «χαραμίσει» την προηγούμενη μόνο και μόνο για να... καταργήσει το ασυμβίβαστο των βουλευτών. Και σαν να μην έφθανε αυτό, θα ξαναεπιλέξει ηγεσία της Δικαιοσύνης, ελάχιστο διάστημα πριν από τη σφόδρα πιθανολογούμενη πτώση της, με τα ίδια όπως φαίνεται- και ελπίζω ειλικρινά να διαψευσθώ - κριτήρια.


Σε ό,τι αφορά τον Αρειο Πάγο, τόσο για τον Πρόεδρο όσο και για τον Εισαγγελέα του, τα πράγματα είναι λίγο-πολύ γνωστά, διότι οι μεροληπτικές παρεκτροπές εκεί είναι πιο εκτεθειμένες στη δημοσιότητα και ως εκ τούτου πιο κραυγαλέες. Ωστόσο τα ίδια κριτήρια εφαρμόζονται δυστυχώς και στο Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο, πέραν των άλλων σπουδαίων αρμοδιοτήτων του, είναι κατ΄ ουσίαν το Συνταγματικό Δικαστήριο της χώρας, αφού κρίνει το μέγιστο μέρος των σχετικών υποθέσεων.


Ποια είναι λοιπόν αυτά τα κριτήρια; Πρώτον, ο Πρόεδρος πρέπει να είναι «υγιών» φρονημάτων. Και μάλιστα όχι μόνον πολιτικών αλλά και θρησκευτικών. Είναι δυνατόν ένα Ανώτατο Δικαστήριο στην Ελλάδα να μην επιδεικνύει θρησκευτικό πατριωτισμό και να λαμβάνει «ασεβείς» αποφάσεις, όπως αυτή με τις ταυτότητες; Χρειάζεται επιστροφή στις ρίζες και μάλιστα επειγόντως. Για να γίνει αυτό όμως από τη μια πρέπει να αλλάξει ο συσχετισμόςμε την προαγωγή, ιδίως, ορισμένων εφετών ευπειθώς αναφερομένων στην «Δεξιάν του Κυρίου» και, βεβαίως, στον Πρόεδρο- και από την άλλη να ξαναγυρίσουμε σε παραδοσιακές μεθόδους. Σήμερα στον αγιασμό και αργότερα - γιατί όχι- και στον υποχρεωτικό εκκλησιασμό και την πρωινή προσευχή...
Δεύτερον, ο Πρόεδρος πρέπει να είναι «βολικός». Θέλει η κυβέρνηση να ελέγξει το Συμβούλιο αλλάζοντας κάθε τέσσερα χρόνια τους δικαστές των Τμημάτων, ώστε να απαλλαγεί από ορισμένες ανεπιθύμητες προεδρίες και συνθέσεις; Ο Πρόεδρος πρέπει να συναινεί. Ποια συνταγματικότητα και ποια δεοντολογία; Τρίτον, ο Πρόεδρος πρέπει να αναπτύσσει πρωτοβουλίες, αφαιρώντας ιδίως από τα Τμήματα, κατά το δοκούν, επίμαχες πολιτικές υποθέσεις (ή απλώς υποθέσεις προσωπικού ενδιαφέροντος υπουργών) και αναθέτοντάς τες στην- καλύτερα ελεγχόμενη- Ολομέλεια, όπου βεβαίως ο εισηγητής είναι της επιλογής του...
Αν χρειασθεί μάλιστα δεν πρέπει να διστάζει να καλεί ορισμένους νεότερους δικαστές, ιδίως παρέδρους, στο γραφείο του, προκειμένου να τους επιστήσει την προσοχή «διά την κρισιμότητα του θέματος»... Τις πρωτοβουλίες αυτές βέβαια δεν θα τις αναλαμβάνει από μόνος του αλλά κατόπιν αντίστοιχων «επιθυμιών» της κυβέρνησης, όπως αυτές διερμηνεύονται από ποικίλα παραδικαστικά κέντρα. Τα κέντρα αυτά έχουν ισχυρή παράδοση στον συγκεκριμένο πολιτικό χώρο, ήδη από την εποχή της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Σήμερα όμως οι σχετικές παρεμβάσεις είναι ακόμη πιο απροκάλυπτες, προεξάρχοντος δυστυχώς του παλαιού συναδέλφου Προκόπη Παυλόπουλου, ο οποίος φαίνεται ότι πέραν όλων των άλλων διεκδικεί πλέον για τον εαυτό του και τον ρόλο του αρχιδικαστή...
Τέταρτον, ο Πρόεδρος πρέπει να κατέχει καλά την τέχνη της κωλυσιεργίας, ιδίως αν διαφανεί ότι κάποια Ολομέλεια μπορεί να αποδειχθεί παρ΄ ελπίδα ανυπότακτη. Αν, για παράδειγμα, κινδυνεύουν οι γνωστές «αξιοκρατικές» επιλογές της κυβέρνησης για τους γενικούς διευθυντές (που μας ξαναγυρίζουν στην εποχή του Μαυρογιαλούρου...), αν τρίζει το Ασφαλιστικό των τραπεζών (διότι η κυβέρνηση τα έδωσε όλα στους τραπεζίτες...) ή αν η καλπονοθεία του 42% προβληματίζει ακόμη και τους συντηρητικούς νομάρχες και δημάρχους, οι αποφάσεις πρέπει να λαμβάνονται αργά. Αργά και βασανιστικά. Πολλές και εξαντλητικές διασκέψεις- ακόμη και σε απόσταση ενός χρόνου η μια από την άλλη...- και παραπομπή στις καλένδες, προκειμένου να μη ληφθούν- επ΄ ουδενί- αρνητικές για την κυβέρνηση αποφάσεις... Ιδού λοιπόν τα κριτήρια της κυβέρνησης. Το μήνυμα είναι σαφές και διατυπώνεται τελευταία σε όλους τους τόνους:
Συντάσσεσαι με την «Δεξιάν του Κυρίου»;
Δίνεις γην και ύδωρ στον κομματισμό και την πελατειακή συναλλαγή; Απαλλάσσεις την κυβέρνηση από τους δικαστικούς μπελάδες της; Μεροληπτείς σταθερά- και κατά προτίμηση χωρίς εξαιρέσεις- υπέρ του κυβερνώντος κόμματος, στις εκλογικές υποθέσεις; Ε, τότε ναι. Γίνεσαι Πρόεδρος (ή αντιπρόεδρος...).
Αν όμως είσαι Δικαστής όπως σε θέλει το Σύνταγμα, δεν έχεις καμία τύχη. Ακόμη και αν είσαι συντηρητικών πεποιθήσεων. Αυτό δα μας έλειπε, να υπάρχουν έλεγχοι και αντίβαρα.
Οταν επιλέγουμε Πρόεδρο, δεν τον επιλέγουμε ούτε για τη χώρα ούτε για τη Δημοκρατία. Τον επιλέγουμε για μας. Τη «Νέα Δημοκρατία»...

* Ο κ. Γιώργος Χ. Σωτηρέλης είναι καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
*από την εφημ. "ΤΟ ΒΗΜΑ της Κυριακής" Κυριακή 28 Ιουνίου 2009